ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Προβληματισμός και στην Αργεντινή ακόμη και στις πιο ποιοτικές ζώνες, οι οποίες βρίσκονται σε μεγάλο υψόμετρο.
ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Η στροφή των καταναλωτών προς τα λευκά κρασιά έχει ήδη επηρεάσει τις βασικές οινοποιητικές χώρες, οι οποίες πλέον προχωρούν σε εκριζώσεις των κόκκινων ποικιλιών, αλλάζοντας τον παγκόσμιο αμπελώνα.
Οπως αναφέρεται στη σχετική ιστοσελίδα του Κλαδικού Εθνικού Οργανισμού Συνεταιρισμών Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ), «ο παγκόσμιος αμπελώνας συνεχίζει την αναπροσαρμογή του απέναντι σε μια υποτονική ζήτηση. Ομως, πίσω από αυτή τη συνολική συρρίκνωση των εκτάσεων και της προσφοράς, άλλες μεταλλάξεις βρίσκονται σε εξέλιξη, με πρώτη και κύρια το “άσπρισμα” του αμπελώνα».
Ρυθμός εκριζώσεων
Στην Καλιφόρνια, ο ρυθμός των εκριζώσεων φτάνει περίπου τα 160.000 στρέμματα (16.000 εκτάρια) ετησίως, μια τάση που αναμένεται να συνεχιστεί και το 2026. Παράλληλα, περίπου 50.000 στρέμματα επαναφυτεύονται κάθε χρόνο. Μεταξύ συμβατικών υποχρεώσεων, ανανέωσης γέρικων κλημάτων και αντικατάστασης άρρωστων αμπελιών, αυτές οι φυτεύσεις δεν «μεταφράζονται» απαραίτητα σε μια ανανεωμένη εμπιστοσύνη των αμπελουργών για το μέλλον. Αντίθετα, η εξέλιξη του ποικιλιακού προφίλ λέει πολλά για την προσαρμογή του κλάδου στις νέες προτιμήσεις των καταναλωτών.
Στη Χιλή, η έκταση του αμπελώνα μειώθηκε κατά 25% έως 30% τα τελευταία χρόνια. Πίσω όμως από αυτή τη συνολική συρρίκνωση συντελείται επίσης μια μετάβαση προς λευκές ποικιλίες, οι οποίες συνδέονται με πιο φρέσκα προφίλ, καθώς συχνά προέρχονται από παραθαλάσσιες ζώνες. Ιστορικά κυριαρχούμενος από κόκκινες ποικιλίες, ο χιλιανός αμπελώνας είδε τις τελευταίες να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των εκριζώσεων.
Ελλειψη εναλλακτικής
Επειτα από μια φάση γενικευμένων εκριζώσεων, οι φυτεύσεις στη Χιλή επανήλθαν, μερικές φορές λόγω έλλειψης βιώσιμης οικονομικής εναλλακτικής λύσης. Κάποτε οι κερασιές ήταν εξαιρετικά κερδοφόρες. Πολλοί παραγωγοί είχαν τότε εγκαταλείψει το αμπέλι προς όφελός τους. Στη συνέχεια, για διάφορους λόγους, ο τομέας αυτός κατέρρευσε.
Οσον αφορά τις καλλιέργειες, υπάρχουν λίγες εναλλακτικές λύσεις, γεγονός που εξηγεί εν μέρει την επανέναρξη των φυτεύσεων αμπέλου.
Σε αυτό προστίθενται και πιο συγκυριακοί παράγοντες: φέτος, η τιμή των σταφυλιών καθορίστηκε σε υψηλό επίπεδο, προσφέροντας μια ανάσα στους αμπελουργούς που είχαν υποστεί πέντε χρόνια χαμηλών τιμών. Αυτό εξηγεί επίσης γιατί ανεστάλησαν οι εκριζώσεις.
Ωστόσο, μεσίτης οίνου δεν προβλέπει επιστροφή στις παλιές εκτάσεις. «Δεν νομίζω ότι θα ανακτήσουμε το 30% των εκτάσεων που εκριζώθηκαν, αλλά η τάση έχει σταθεροποιηθεί. Οι εκριζώσεις έχουν κόστος και, για να δικαιολογηθούν, πρέπει να υπάρχει μια κερδοφόρα εναλλακτική λύση. Σήμερα, αυτή η εναλλακτική δεν υπάρχει» λέει ο Juan Manuel Palomo, επικεφαλής του Cámara Argentina de Vinos a Granel (Επιμελητήριο Χύμα Οίνων Αργεντινής).
Στην άλλη πλευρά των Ανδεων, ο αμπελοοινικός κλάδος βρίσκεται επίσης σε βαθύ προβληματισμό και ο αμπελώνας αναδιαρθρώνεται σταδιακά γύρω από τις πιο ποιοτικές ζώνες, οι οποίες συχνά βρίσκονται σε μεγάλο υψόμετρο. «Η κύρια αναδιάρθρωση του αμπελώνα μας έγινε τη δεκαετία του 1990, όταν ξεκινήσαμε τη μετάβαση από γενικές ποικιλίες σε ποικιλίες όπως το Malbec, το Bonarda ή το Torrontés» καταλήγει.
Προς μια νέα κανονικότητα: Λίγες φυτεύσεις στη Νότια Αφρική
Η Νότια Αφρική δεν μένει έξω από αυτήν την κίνηση, παρόλο που ο αμπελώνας της διαθέτει ήδη πλειοψηφία λευκών ποικιλιών. Συνολικά, η εθνική έκταση έχει μειωθεί σημαντικά την τελευταία πενταετία, αλλά η εξέλιξη δεν είναι γραμμική.
Η Merwida, ένα από τα πλέον ιστορικά οινοποιεία της Νότιας Αφρικής, διατηρεί την πορεία της: μέσα σε διάστημα δύο ή τριών ετών η έκταση του αμπελώνα της αυξήθηκε κατά περίπου 2.000 στρέμματα (200 εκτάρια), για να φτάσει σήμερα σχεδόν τα 10.000 στρέμματα. Πλέον φυτεύει Pinot Gris, επειδή η ζήτηση γι’ αυτήν την ποικιλία παραμένει ισχυρή. Επίσης, φυτεύει Sauvignon Blanc και Chardonnay για την ανανέωση των γερασμένων κλημάτων σε ένα πλαίσιο σταθερής ζήτησης. Αντίθετα, φυτεύονται λίγα κόκκινα, εκτός από λίγο Malbec και την αντικατάσταση παλιών κλημάτων Merlot και Cabernet. Φέτος, η αναλογία κόκκινων – λευκών είναι 36:64, αλλά ο στόχος είναι το 30:70.
Αν και προβλέπεται ένα δύσκολο 2026 για τους περισσότερους Νοτιοαφρικανούς παραγωγούς, οι οινολόγοι παραμένουν αισιόδοξοι, εκτιμώντας ότι πρέπει «να συνεχίσουμε να προχωράμε».
Αλλοι παράγοντες του κλάδου εμφανίζονται πιο προσεκτικοί, καθώς πολλοί συνεταιρισμοί ζήτησαν από τα μέλη τους να διατηρήσουν το status quo και να μη φυτέψουν, εν αναμονή μιας επιστροφής στην κανονικότητα.


