ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Φόβοι ότι έγινε πλήρως ανθεκτική στα ζιζανιοκτόνα.
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΡΙΜΜΗ
Τον έντονο φόβο ότι το ζιζάνιο της αγριοβρόμης, που φαίνεται ότι φέτος έχει κατακλύσει τις σιτοκαλλιέργειες της ΠΕ Λάρισας και πιθανότατα και άλλων περιοχών, είναι πλέον ανθεκτικό σε όλα τα επιτρεπόμενα προς χρήση στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ενωση ζιζανιοκτόνα εκφράζει μιλώντας στον «Ε.Α.» ο ομότιμος καθηγητής Ζιζανιολογίας του Τμήματος Γεωπονίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ηλίας Ελευθεροχωρινός, τη στιγμή που οι παραγωγοί φοβούνται ότι έρχονται πλέον αντιμέτωποι με μια καταστροφική κατάσταση.

καθηγητής Ζιζανιολογίας
Η εικόνα που αντίκρισε ο έμπειρος πανεπιστημιακός στον κάμπο της ΠΕ Λάρισας μόνο καθησυχαστική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς, όπως περιγράφει, η εξάπλωση της αγριοβρόμης είναι τόσο εκτεταμένη που σε αρκετές περιπτώσεις θέτει ακόμα και ζήτημα συγκομιδής. «Κινηθήκαμε στον άξονα Νίκαιας – Φαρσάλων και αυτό που διαπιστώσαμε ήταν ότι σε περισσότερο από το 75% των χωραφιών υπήρχε παρουσία αγριοβρόμης, ενώ στα περισσότερα η προσβολή κυμαινόταν γύρω στο 40%-50%. Υπάρχουν παραγωγοί που εκτιμούν πως δεν θα μπει καν η θεριζοαλωνιστική μηχανή στα χωράφια τους. Σε ορισμένα αγροτεμάχια η εικόνα ήταν πραγματικά απελπιστική, σαν να μην έγινε ποτέ ψεκασμός» σημειώνει χαρακτηριστικά.
Υπάρχουν βεβαίως χωράφια που μπορούν να σωθούν, όπως συμπληρώνει, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις η ζημιά είναι περισσότερο αισθητική και όχι τόσο σοβαρή από πλευράς ανταγωνισμού με την καλλιέργεια. «Ομως αυτό που μας ανησυχεί είναι το πώς φτάσαμε στο σημείο τα περισσότερα χωράφια να έχουν τόσο εκτεταμένο πρόβλημα» υπογραμμίζει.
«Αρχισα να μετρώ τα χωράφια που ήταν γεμάτα αγριοβρόμη. Σε κάποιο σημείο σταμάτησα και είπα πως είναι πιο εύκολο να μετρώ τα καθαρά, γιατί απλούστατα δεν μπορούσα να βρω» περιγράφει, με τον προβληματισμό να εντείνεται, κάτι που αντιλαμβάνονται πλέον και οι παραγωγοί, όπως φάνηκε και από τη συμμετοχή στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Συλλόγου Γεωπόνων Λάρισας, όπου συμμετείχαν περίπου 240 γεωργοί και γεωπόνοι.
Ο κ. Ελευθεροχωρινός εμφανίζεται ιδιαίτερα προβληματισμένος για τις αιτίες που οδήγησαν στη φετινή έξαρση. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πιθανές εξηγήσεις είναι πολλές, όπως καθυστερημένοι ψεκασμοί και μειωμένες δόσεις λόγω του κόστους παραγωγής, αλλά ίσως το πιο σημαντικό είναι η πιθανότητα γενικευμένης ανθεκτικότητας στα ζιζανιοκτόνα.
Οπως ανέφερε, ήδη από το 2012 είχαν καταγραφεί ανθεκτικοί πληθυσμοί αγριοβρόμης στη Θεσσαλία σε τουλάχιστον τρία σκευάσματα, όμως τότε υπήρχαν άλλα, τα οποία αποδείχθηκαν αποτελεσματικά. «Τότε είχαμε συλλέξει δείγματα από περιοχές της Λάρισας και είχαμε επιβεβαιώσει σε μοριακό επίπεδο ανθεκτικότητα σε συγκεκριμένα ζιζανιοκτόνα. Το ανησυχητικό είναι πως φέτος φαίνεται να έχουν αποτύχει όλα τα σκευάσματα που χρησιμοποιήθηκαν» σημειώνει ο καθηγητής Ζιζανιολογίας και δεν αποκλείει την πιθανότητα η ανθεκτικότητα να έχει επεκταθεί και στα τελευταία αποτελεσματικά ζιζανιοκτόνα που ήταν διαθέσιμα. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα, εφόσον επιβεβαιωθεί, γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Γι’ αυτό εκείνος και συνεργάτες του ετοιμάζονται για νέες δειγματοληψίες και εργαστηριακές αναλύσεις προκειμένου να διαπιστωθεί αν επιβεβαιώνεται το πλέον δυσοίωνο σενάριο.
Παράλληλα, όπως επισημαίνει ο κ. Ελευθεροχωρινός, τα τελευταία τρία χρόνια έχουμε διαδοχικά ακραία καιρικά φαινόμενα Ξηρασία, παγετοί και βροχές είναι συνθήκες που επιβάρυναν συνολικά την κατάσταση.
Προκαλεί πρόβλημα στην ανάπτυξη των φυτών
Η αγριοβρόμη είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα ζιζάνια που εμφανίζονται στις καλλιέργειες χειμερινών σιτηρών, όπως το σιτάρι και το κριθάρι, προκαλώντας σημαντικά προβλήματα στην ανάπτυξη των φυτών. Πρόκειται για αγρωστώδες φυτό που μοιάζει αρκετά με την καλλιεργούμενη βρόμη, γεγονός που πολλές φορές δυσκολεύει τον έγκαιρο εντοπισμό του μέσα στο χωράφι. Αναπτύσσεται γρήγορα και ανταγωνίζεται τα καλλιεργούμενα φυτά για νερό, φως, θρεπτικά στοιχεία και διαθέσιμο χώρο, περιορίζοντας έτσι τη σωστή ανάπτυξή τους.
Η παρουσία της αγριοβρόμης μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της παραγωγής, καθώς εξαντλεί τους διαθέσιμους πόρους του εδάφους και δυσχεραίνει τη φυσιολογική εξέλιξη της καλλιέργειας. Επιπλέον, παράγει μεγάλο αριθμό σπόρων που παραμένουν στο έδαφος, συμβάλλοντας στην επανεμφάνισή της τα επόμενα χρόνια. Για τον λόγο αυτό θεωρείται ένα από τα πλέον σοβαρά προβλήματα για τους παραγωγούς σιτηρών και απαιτεί συστηματική παρακολούθηση και κατάλληλη καλλιεργητική διαχείριση.
Οι αγρότες ζητούν καύση σιτοκαλαμιών
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, οι φωνές των παραγωγών για ειδικές άδειες προκειμένου να προχωρούν σε καύση σιτοκαλαμιών δυναμώνουν. Ηδη σύλλογοι καθώς και η Ενωτική Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Ν. Λάρισας έχουν ζητήσει με ανακοινώσεις τους να επιτραπεί αυτή η διαδικασία.
Εξουδετερώνεται ένα μεγάλο ποσοστό
Αναλυτικότερα, η ανακοίνωση της ΕΟΑΣΝΛ: «Με τους ψεκασμούς έχουμε αύξηση του κόστους παραγωγής και επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Τα υπολείμματα της καλαμιάς για να αφομοιωθούν από διάφορους μικροοργανισμούς θέλουν άζωτο, που σημαίνει ότι ένα ποσοστό από το αζωτούχο λίπασμα που ρίχνουμε δεν πάει στην καλλιέργεια, οπότε έχουμε αύξηση του κόστους παραγωγής και επιβάρυνση του περιβάλλοντος, γιατί πρέπει να ρίχνουμε περισσότερο λίπασμα. Με την καύση της καλαμιάς καίγεται ένα μεγάλο ποσοστό από ζιζάνια.
Στη φετινή χρονιά παρουσιάστηκε στην πλειοψηφία των χωραφιών αγριοβρόμη σε ψεκασμένα χωράφια με ζιζανιοκτόνο για αγριοβρόμη. Η ποσότητα της αγριοβρόμης είναι τόσο μεγάλη που θα υπάρχει μείωση της παραγωγής και της ποιότητας σε μεγάλο ποσοστό αυτών των χωραφιών και δεν συμφέρει η συγκομιδή. Με την καύση έχουμε μείωση του κόστους παραγωγής. Ζητάμε από την κυβέρνηση να επιτραπεί η ελεγχόμενη καύση της καλαμιάς σε συνεννόηση με την Πυροσβεστική. Οπως γίνεται με τα υπολείμματα καλαμιάς στο ρύζι. Το επιχείρημα ότι επιβαρύνεται το περιβάλλον δεν ισχύει, αν πάρουμε υπόψη ότι για να καλλιεργήσουμε χωρίς καύση θέλουμε περισσότερες καλλιεργητικές εργασίες, που σημαίνει περισσότερα καύσιμα, και για να καταπολεμήσουμε τους μύκητες και τα ζιζάνια θέλουμε πολλαπλάσια φυτοφάρμακα».
Η καύση της καλαμιάς μπορεί να εφαρμοστεί, έστω μία φορά ανά τρία έως πέντε χρόνια, κατ’ εξαίρεση, και μπορεί να μειώσει σημαντικά τον πληθυσμό των σπόρων» υποστηρίζει και ο κ. Ελευθεροχωρινός, συμπληρώνοντας ότι το όργωμα μπορεί να μεταφέρει σπόρους σε μεγαλύτερο βάθος, όπου δεν μπορούν να φυτρώσουν.
«Στόχος είναι να μειώσουμε σταδιακά την «τράπεζα σπόρων» στο έδαφος, ώστε το πρόβλημα να επανέλθει σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Η φετινή χρονιά για το θεσσαλικό σιτάρι είναι πολύ κακή και απαιτεί άμεσες παρεμβάσεις» επισημαίνει.
Η σύγκριση Ευρώπης – Αμερικής στα ζιζανιοκτόνα
Σύμφωνα με τον καθηγητή Ζιζανιολογίας, δυστυχώς, για τα χειμερινά σιτηρά δεν υπάρχουν νέα ζιζανιοκτόνα. Οπως υπογραμμίζει, η αυστηρότητα του ευρωπαϊκού πλαισίου αποτρέπει τις εταιρίες από το να επενδύσουν στην ανάπτυξη νέων δραστικών ουσιών, καθώς το κόστος μπορεί να φτάσει τα 250 έως 300 εκατομμύρια ευρώ χωρίς διασφάλιση έγκρισης.
Στην Αμερική όμως, όπως επισημαίνει, η κατάσταση είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό διαφορετική. «Οι παραγωγοί εκεί έχουν στη διάθεσή τους ασύγκριτα περισσότερα γεωργικά φάρμακα από όσα έχουμε εμείς στην Ευρώπη. Στη Λατινική Αμερική η εικόνα είναι ακόμα πιο χαρακτηριστική, με χώρες όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη να διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη γκάμα σκευασμάτων. Αυτό δημιουργεί σαφές ανταγωνιστικό μειονέκτημα για την ευρωπαϊκή γεωργία» αναφέρει ο κ. Ελευθεροχωρινός, για να συμπληρώσει παράλληλα την άποψή του ότι δεν μπορεί η Ευρώπη να είναι αρνητική προς τη χημική διαχείριση των προβλημάτων και να λαμβάνονται σχετικές αποφάσεις για τον πρωτογενή τομέα από άτομα που δεν έχουν επαφή και βιωματική γνώση.
Πρόβλημα, ενώ οι παραγωγοί στράφηκαν στα σιτηρά
Η αύξηση της αγριοβρόμης έρχεται στη συγκυρία της στροφής των παραγωγών φέτος στα σιτηρά, οι οποίοι άφησαν στην άκρη το βαμβάκι, λόγω του κόστους παραγωγής. Χιλιάδες περισσότερα είναι τα στρέμματα με σιτηρά φέτος στον θεσσαλικό κάμπο σε σχέση με την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο, με τους παραγωγούς να προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα και να μην αφήσουν τα χωράφια τους κενά, βλέποντας όμως τα προβλήματα να κάνουν την εμφάνισή τους και πάλι…
Η απαγόρευση της ΚΑΠ
Στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η ανεξέλεγκτη ή παράνομη καύση θεωρείται παραβίαση των κανόνων πολλαπλής συμμόρφωσης και των περιβαλλοντικών δεσμεύσεων που πρέπει να τηρεί ο παραγωγός για να λαμβάνει ενισχύσεις.
Οι δικαιολογίες της απαγόρευσης
Η καύση υπολειμμάτων καλλιεργειών δεν επιτρέπεται ως συνήθης πρακτική, με το σκεπτικό ότι καταστρέφει την οργανική ουσία του εδάφους, επιβαρύνει την ατμόσφαιρα και αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης και εξάπλωσης πυρκαγιάς.
Η πρόβλεψη
Καύση σιτοκαλαμιών μπορεί να επιτραπεί κατ’ εξαίρεση μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι, όπως η ανάγκη αντιμετώπισης εκτεταμένης προσβολής από ζιζάνια ή ασθένειες, και εφόσον τεκμηριώνεται ότι δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση.


