Στην Ευρωβουλή έφτασε το θέμα της επιβολής ΑΤΑΚ στους παραγωγούς, με το ΚΚΕ που έκανε τη σχετική ερώτηση να σημειώνει ότι δημιουργήθηκε νέος μηχανισμός περικοπής των επιδοτήσεων.
Σύμφωνα με την περιγραφή των γεγονότων όπως γίνεται από την Ευρωκοινοβουλευτική ομάδα του ΚΚΕ, τόσο στελέχη διάφορων κομμάτων, όσο και ο ΟΠΕΚΕΠΕ σε συνδυασμό με αμαρτωλά ΚΥΔ κίνησαν μια φάμπρικα εικονικών Ε9 το οποίο περιέχει και το ΑΤΑΚ προκειμένου με πλαστά στοιχεία να αποσπούν ποσά επιδοτήσεων.
Στον αντίποδα, δημιουργήθηκε μεγάλο πρόβλημα σε χιλιάδες αγρότες, οι οποίοι δε μπορούσαν να εκδώσουν ΑΤΑΚ, με την κυβέρνηση να κάνει τελικά μια υποχώρηση αφήνοντας δηλώσεις χωρίς ΑΤΑΚ έως και 20 στρέμματα. Ωστόσο όπως υποστηρίζεται στο κείμενο της ερώτησης η απαίτηση του ΑΤΑΚ στέρησε χιλιάδες ευρώ από τους αγρότες που τελικά αναγκάστηκαν να αφήσουν χωράφια εκτός δηλώσεων ΟΣΔΕ. Πάντως, όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ για το θέμα του ΑΤΑΚ, τόσο η Ε.Ε. όσο και η κυβέρνηση βρήκαν άλλο ένα πεδίο προκειμένου να συνδέσουν τις επιδοτήσεις όχι με την παραγωγή, αλλά με τις εκτάσεις, πράγμα που δημιουργεί εύφορο έδαφος για νέα σκάνδαλα.
Στην απάντησή του πάντως, ο Επίτροπος Χάνσεν, ανέλυσε σαφώς το θεσμικό πλαίσιο των γεωργικών αποδείξεων, λέγοντας ρητά και κατηγορηματικά ότι αυτό που ζητάει η Ε.Ε. είναι οι παραγωγοί να φαίνεται ότι έχουν και καλλιεργούν εκτάσεις, ωστόσο η μέθοδος και το μέτρο με το οποίο θα επιτευχθεί αυτό εναπόκειται σε κάθε κράτος – μέλος ξεχωριστά.
Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-003478/2025 προς την Επιτροπή:
Η απόφαση της κυβέρνησης της ΝΔ να καταστήσει υποχρεωτική τη δήλωση του Αριθμού Ταυτότητας Ακινήτου (ΑΤΑΚ) για την πληρωμή των άμεσων ενισχύσεων, έχει οδηγήσει χιλιάδες αγρότες σε αδιέξοδο, καθώς καλλιεργούν και εκτάσεις οι οποίες δεν διαθέτουν ΑΤΑΚ. Η παράταση έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2025 που δόθηκε για την συμπλήρωση του ΑΤΑΚ στις Αιτήσεις Ενίσχυσης, των οποίων η προθεσμία υποβολής έληξε στις 29 Αυγούστου 2025, δε λύνει το πρόβλημα, αφού ουσιαστικά η μη ύπαρξη ΑΤΑΚ στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Αυτό σημαίνει ότι οι εκτάσεις αυτές θα αποκλειστούν από την πληρωμή των ενισχύσεων, δηλαδή οι αγρότες θα χάσουν το εισόδημα που δικαιούνται, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για πραγματικούς παραγωγούς, που έχουν ολοκληρώσει όλες τις καλλιεργητικές εργασίες και επωμιστεί το τεράστιο κόστος παραγωγής, ενώ δεν είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων ότι η δήλωση του ΑΤΑΚ θα είναι υποχρεωτική για να λάβουν τις ενισχύσεις.
Η συγκεκριμένη απόφαση παρουσιάζεται από την κυβέρνηση της ΝΔ και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ως εφαρμογή του από 28/5/2025 σχετικού εγγράφου της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – DG AGRI, στο οποίο σημειώνεται ότι «χωρίς την δήλωση του Αριθμού Ταυτότητας Ακινήτου (ΑΤΑΚ) δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία πληρωμή ενισχύσεων». Κυβέρνηση ΝΔ και ΕΕ εμφανίζουν τον ΑΤΑΚ ως ένα εργαλείο με το οποίο δήθεν θα εξασφαλιστεί ότι οι ενισχύσεις θα κατευθύνονται στους πραγματικούς δικαιούχους.
Όμως, έχει αποδεχθεί από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ότι, όχι μόνο αυτό δεν ισχύει αλλά και ότι οι δηλώσεις Ε9 (που συνεπάγονται την έκδοση ΑΤΑΚ) αξιοποιήθηκαν για το στήσιμό του. Οι ψευδείς δηλώσεις Ε9, που κατέθεταν οι επιτήδειοι υπό τις οδηγίες των εμπλεκόμενων Κέντρων Υποβολής Δηλώσεων (ΚΥΔ), έφτασαν, χάρη στις αποφάσεις και παρεμβάσεις υπουργών των κυβερνήσεων της ΝΔ, άλλων κυβερνητικών στελεχών, διοικούντων του ΟΠΕΚΕΠΕ και με τις ευλογίες της ΕΕ, να αποτελούν το μοναδικό κριτήριο για την απόδοση της αποσυνδεμένης από την παραγωγή, ελέω ΚΑΠ, επιδότησης, χωρίς να πραγματοποιείται κανένας επιτόπιος – διασταυρωτικός έλεγχος από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, για το αν η επιδοτούμενη έκταση καλλιεργείται και από ποιον.
Το μόνο που τελικά εξυπηρετεί η επιμονή στη δήλωση του ΑΤΑΚ, ως προϋπόθεση για την καταβολή της επιδότησης, είναι η διαιώνιση της χορήγησης των επιδοτήσεων με βάση την έκταση γης, είτε αυτή καλλιεργείται είτε όχι, και όχι με βάση την πραγματική παραγωγή, όπως απαιτούν οι βιοπαλαιστές αγρότες και οι οργανώσεις τους.
Όσοι ενεπλάκησαν στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ – υπουργοί, βουλευτές, διοικήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, κομματάρχες και τοπικά στελέχη των αστικών κομμάτων, ιδιοκτήτες ΚΥΔ κ.α – κυκλοφορούν ελεύθεροι και η κυβέρνηση της ΝΔ με διαδικασίες παρωδία στο ελληνικό κοινοβούλιο επιχειρεί να το «κουκουλώσει». Την ίδια στιγμή, το βάρος για άλλη μία φορά πέφτει στους πραγματικούς βιοπαλαιστές αγροτοπαραγωγούς, που με την εφαρμογή αυτής της διάταξης θα χάσουν και αυτά – τα λίγα – που δικαιούνται.
Με βάση τα παραπάνω ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ υπέβαλε τα εξής ερωτήματα:
«Ερωτάται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή:
– Με ποιο σκεπτικό επιβάλλει, από κοινού με την κυβέρνηση της ΝΔ, τη δήλωση του ΑΤΑΚ ως προϋπόθεση για την καταβολή των επιδοτήσεων τη στιγμή που είναι γνωστό ότι οι δηλώσεις Ε9 (προϋπόθεση για την έκδοση του ΑΤΑΚ) από μόνες τους όχι μόνο δεν απέτρεψαν το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά αποτέλεσαν μια από τις βάσεις πάνω στις οποίες αυτό στήθηκε, με ευθύνη των υπουργών της κυβέρνησης της ΝΔ και των διοικήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ;
– Πώς θα εξασφαλιστεί ότι οι αγρότες θα λάβουν τις ενισχύσεις που δικαιούνται με βάση την πραγματική παραγωγή τους και το πραγματικό κτηνοτροφικό τους κεφάλαιο και δεν θα κληθούν να πληρώσουν οι ίδιοι τα “σπασμένα” του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο “φύτρωσε” στο έδαφος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της ΕΕ;».
Απάντηση του κ. Hansen εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Η νομοθεσία της Ένωσης απαιτεί οι γεωργοί να έχουν στη διάθεσή τους τις εκτάσεις γης για τις οποίες ζητούν άμεσες ενισχύσεις. Όσον αφορά τα μέσα βάσει των οποίων οι εθνικές αρχές εξακριβώνουν αν πληρούνται η απαίτηση αυτή, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τους όρους για τον προσδιορισμό του κατά πόσον οι εκτάσεις γης είναι στη διάθεση του δικαιούχου.
Τα κράτη μέλη διαθέτουν διακριτική ευχέρεια για τη λήψη των μέτρων που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Κατά συνέπεια, μπορούν να απαιτήσουν από τον αιτούντα να υποβάλει συγκεκριμένο είδος εγγράφου σχετικά με τη δηλωθείσα έκταση, την οποία αφορά η αίτηση ενίσχυσης (αίτηση με γεωχωρικά στοιχεία), υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι στόχοι που καθορίζονται στους κανόνες της Ένωσης και οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, ιδίως η αρχή της αναλογικότητας.


