ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Στάση εμπορίου παρά τις πολύ χαμηλές τιμές – Λιγότερα από 20 λεπτά το κιλό στον παραγωγό βγάζουν οι τιμές που προτείνουν οι Ιταλοί. Οι βροχές που συνόδευσαν τον αλωνισμό είχαν ως αποτέλεσμα σοβαρές απώλειες στα ειδικά βάρη και στα υαλώδη, ενώ ανεπηρέαστες δεν έμειναν ούτε οι αποδόσεις
Παγιδευμένη στο τρίπτυχο «κακή ποιότητα – εξευτελιστικά χαμηλές τιμές – μηδενική κίνηση από την πλευρά του εμπορίου» μοιάζει αυτό το διάστημα η εγχώρια αγορά του σκληρού σιταριού, με το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί να διαψεύδει μέχρι στιγμής με επώδυνο τρόπο όσους ανέμεναν βελτίωση των συνθηκών και, φυσικά, των τιμών σε σχέση με την περσινή, μάλλον απογοητευτική χρονιά.
Του Γιάννη Τσατσάκη
Johny__ts@hotmail.com
Ξεκινώντας από τη σοδειά, τα πρώτα ανησυχητικά για την ποιότητα μηνύματα είχαν αρχίσει να καταφθάνουν από τα μέσα της άνοιξης, όταν έγινε σαφές πως η φειδώ και, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, η μηδενική χρήση λιπασμάτων -λόγω του αυξημένου κόστους των τελευταίων και της δυσχερούς οικονομικής θέσης των παραγωγών- θα είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη. Αυτό βέβαια, δεδομένου ότι μεσολαβούσαν αρκετές εβδομάδες μέχρι τον αλωνισμό, ήταν κάτι που είχε προεξοφλήσει και αποδεχτεί τρόπον τινά η αγορά, στρέφοντας την προσοχή της στα υπόλοιπα ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Έκαναν ζημιά οι βροχές
Αυτό, ωστόσο, που δεν είχε προβλέψει ήταν οι έντονες και σε αρκετές περιπτώσεις επίμονες βροχοπτώσεις που συνόδευσαν φέτος τον αλωνισμό στο σύνολο σχεδόν των καλλιεργητικών ζωνών της χώρας. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ένα μεγάλο ποσοστό μεταβροχικών σιταριών με σοβαρές απώλειες στα ειδικά βάρη και στα υαλώδη, ενώ ανεπηρέαστες δεν έμειναν ούτε οι αποδόσεις, που στα τέλη Απριλίου προδιαγράφονταν εξαιρετικές.
Στη Θεσσαλία, για παράδειγμα, όπως αναφέρει στον «Ελληνα Αγρότη» έμπειρος παράγοντας της αγοράς, «υπήρξαν περιοχές όπου σε σιτάρια που πρόλαβαν να κοπούν πριν τις βροχές τα ειδικά βάρη κυμαίνονταν μεταξύ 80 και 82 kg/hl. Λίγες μέρες μετά, στα ίδια σημεία είχαν πέσει στα 77,76, ακόμα και στα 72 kg/hl, ενώ τα στάρια είχαν χάσει το χρώμα τους». Οπως προσθέτει ο ίδιος, η κατάσταση προκάλεσε σύγχυση, καθώς «έβλεπε κανείς σιτάρια με πρωτεΐνη, π.χ., 13% που εμπορικά παρουσίαζε ενδιαφέρον, τα οποία όμως ήταν… κάτασπρα από τις βροχές».
Χαμηλότερα των προβλέψεων αποδόσεις και τονάζ
Οσον αφορά τις αποδόσεις, υπήρξαν αρκετές διακυμάνσεις, ακόμα και ανά περιοχή, λόγω των άστατων καιρικών συνθηκών. Σε γενικές γραμμές, πάντως, η Θεσσαλία και η Στερεά (συμπεριλαμβανομένης και της Εύβοιας) κινήθηκαν μεσοσταθμικά στα 350-360 κιλά/στρέμμα, ενώ η Βόρεια και η Ανατολική Ελλάδα πιο κοντά στα 300 κιλά, δεδομένου ότι σε νομούς, όπως η Πέλλα, οι Σέρρες ή η Δράμα, αρκετά χωράφια έφτασαν τα 400-500 κιλά/στρέμμα (χωρίς να λείπουν βέβαια κι εκείνα που με το ζόρι έπιασαν τα μισά), ενώ σε Κομοτηνή, Εβρο και Δυτική Μακεδονία οι παραγωγές ήταν κατά κανόνα αρκετά χαμηλότερες, συχνά κάτω από τα 300 κιλά/στρέμμα.
Συνολικά, πάντως, από πλευράς τονάζ, λαμβάνοντας υπόψη και τη μείωση 10% (τουλάχιστον) στα καλλιεργούμενα στρέμματα, οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν τη φετινή σοδειά μεταξύ των 900.000 και 930.000 τόνων (από σχεδόν 1 εκατ. τόνους που αναμένονταν μέχρι πριν λίγους μήνες), ποσότητα που τοποθετείται στο άνω άκρο των μέσων όρων της τελευταίας πενταετίας.
Λίγα τα ποιοτικά
Ποιοτικά, ωστόσο, η εικόνα είναι πολύ χειρότερη. Χονδρικά, η φετινή σοδειά θα μπορούσε να χωριστεί σε τρεις κατηγορίες:
– Tα λιγοστά καλά έως πολύ καλά (αλλά σε καμία περίπτωση εξαιρετικά) ποιοτικά σιτάρια, που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες των εγχώριων μύλων και τα οποία κινούνται πέριξ των 14% πρωτεΐνες – 80 kg/hl ειδικό βάρος – 80% υαλώδη. Το ποσοστό τους στο σύνολο της παραγωγής υπολογίζεται μεταξύ 15% και 20%.
– Τα μέτριας έως κακής ποιότητας, που απευθύνονται στην εξαγωγή και εκτιμάται ότι αποτελούν φέτος το 50% της φετινής σοδειάς.
– Τα πολύ κακής ποιότητας, που κατά πάσα πιθανότητα θα κατευθυνθούν για ζωοτροφή.
Το πρόβλημα για την ώρα είναι ότι για το 50% της εγχώριας σοδειάς, που βάσει προδιαγραφών οδηγείται προς εξαγωγή, δεν υπάρχει προς το παρόν παρά υποτυπώδες αγοραστικό ενδιαφέρον. Η Ιταλία, βασικός αγοραστής του ελληνικού σκληρού σιταριού, αντιμετωπίζει επίσης προβλήματα, καθώς η φετινή σοδειά που υπολογίζεται κοντά στους 4 εκατ. τόνους ποσοτικά είναι επαρκής, όμως ακριβώς επειδή κι εκεί έγινε φειδωλή χρήση προϊόντων θρέψης υπάρχει σοβαρό έλλειμμα πρωτεϊνών, το οποίο οι τοπικοί μύλοι και έμποροι επιχειρούν να καλύψουν με εισαγωγές – κατά κύριο λόγο καναδέζικου, που με πρωτεΐνη 16%-16,5% φτάνει στην Ιταλία στα 290 ευρώ/τόνο.
Οι εξαγωγές
Από την αρχή της εμπορικής σεζόν οι εξαγωγές έχουν περιοριστεί σε δύο καράβια, όταν πέρυσι τέτοια εποχή είχαν «φύγει» 130.000 τόνοι.
Η φετινή σοδειά
Οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν το μέγεθος της φετινής σοδειάς μεταξύ 900.000 και 930.000 τόνων, έναντι 980.000 και 1 εκατομμυρίου που αναμενόταν αρχικά.
Ο Βόλος στα 20 λεπτά
Η ΕΑΣ Βόλου έχει ανακοινώσει προκαταβολή 20 λεπτών το κιλό για τους παραγωγούς που έχουν παραδώσει σκληρό σιτάρι στα σιλό της.
Συμβόλαια για καναδέζικο μέχρι Ιανουάριο ’27
Πηγές από την αγορά εκτιμούν ότι από την έναρξη της φετινής εμπορικής σεζόν έχουν εισαχθεί στην Ευρώπη (σ.σ. ουσιαστικά στην Ιταλία) περί τους 200.000 τόνους σκληρό σιτάρι από τον Καναδά.
Σύμφωνα, επίσης, με τις ίδιες πηγές, έχουν κλειστεί συμβόλαια για εισαγωγές καναδέζικου σιταριού μέχρι και για τον Ιανουάριο του 2027. Βεβαίως, οι Ιταλοί είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν και από άλλες πηγές, εφόσον βρουν τις προδιαγραφές που αναζητούν. Για παράδειγμα, σύμφωνα με πληροφορίες, ήρθαν σε συμφωνία για τουλάχιστον ένα καράβι 5.000 τόνων βουλγάρικου σιταριού με 14% πρωτεΐνη.
Κάνουν τα κουμάντα τους για εισαγωγές οι μύλοι
Σε κάποιες εισαγωγές έχουν προχωρήσει ήδη, όπως ακούγεται στην αγορά, και ορισμένοι εγχώριοι μύλοι, ενώ το ίδιο πιθανολογείται ότι θα κάνουν και άλλοι, κρίνοντας ότι τα λιγοστά, όπως προαναφέρθηκε, ποιοτικά σιτάρια της φετινής ελληνικής σοδειάς δεν αρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Eιδικά σε ό,τι αφορά τον Καναδά, οι τελευταίες προβλέψεις που έρχονται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού τοποθετούν τη φετινή παραγωγή (θα αλωνισθεί το φθινόπωρο) μεταξύ 5,4 και 5,8 εκατ. τόνων. Ωστόσο, αν προστεθούν και τα αποθέματα της περσινής χρονιάς, διαφαίνεται ότι η χώρα θα έχει προς διάθεση περί τα 6,85 εκατ. τόνους για τη φετινή εμπορική περίοδο, εκ των οποίων οι 5,3 εκατ. τόνοι αναμένεται να πάρουν τον δρόμο των εξαγωγών.
Στα 225-230 ευρώ/τόνο FOB για εξαγωγή
Λιγοστές οι προσφορές από τους Ιταλούς, που δεν «καίγονται»
Καθώς τα δεύτερης ποιότητας σκληρά σιτάρια δεν λείπουν από τους Ιταλούς, το μέτριο έως κακό ποιοτικά ελληνικό εξαγωγικό δεν τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα – εκτός κι αν μπορούν να το έχουν σε άκρως ανταγωνιστική, δηλαδή χαμηλότερη από τα δικά τους, τιμή.
Δεδομένου ότι οι τιμές για τα «συμβατικά» σιτάρια της τελευταίας από τις τέσσερις ποιοτικές κατηγορίες (11% πρωτεΐνη, 80 kg/hl ειδικό βάρος, 60% υαλώδη, συνολικά δηλαδή ανώτερα από το μέσο ελληνικό εξαγωγικό) που έχει ορίσει η ιταλική Εθνική Ενιαία Επιτροπή Σκληρού Σίτου (CUN Grano duro) βρίσκονται αυτή τη στιγμή στα 247-252 ευρώ/τόνο στην αποθήκη του εμπόρου στη Βόρεια και στην Κεντρική Ιταλία (κι ελαφρώς υψηλότερα στα 253-258 ευρώ/τόνο στον Νότο), οι Ιταλοί εμφανίζονται διατεθειμένοι να συζητήσουν στα 220 ευρώ/τόνος FOB στο λιμάνι μας, επίπεδα που οι Ελληνες πωλητές βέβαια δεν θέλουν ούτε να ακούσουν.
Γενικά, οι τιμές που έχουν ακουστεί τις τελευταίες εβδομάδες στην ελληνική αγορά από εκπροσώπους των Ιταλών αγοραστών κινούνται στα 225-230 ευρώ/τόνο FOB, με τις προσφορές για κάποιες ελαφρώς καλύτερες ποιότητες να φτάνουν έως τα 240 ευρώ/τόνο.
Τα νούμερα αυτά μεταφράζονται (αφαιρώντας μεταφορικά, έξοδα αποθήκευσης, περιθώριο κέρδους του μεσίτη) ως επί τω πλείστω σε μια τιμή παραγωγού κάτω από τα 20 λεπτά/κιλό, χαμηλότερα δηλαδή και από το κόστος παραγωγής (εκτός των περιπτώσεων που οι αποδόσεις κυμαίνονται αρκετά πάνω του μέσου όρου, όπου και πάλι μιλάμε απλώς για κάλυψη των εξόδων). Οι εγχώριοι πωλητές αντιπροτείνουν στους Ιταλούς 15 ευρώ υψηλότερα (δηλαδή από 240 έως 260 ευρώ/τόνο FOB), που δεν γίνονται αποδεκτά από τους τελευταίους, οι οποίοι, άλλωστε, δεν καίγονται να προχωρήσουν σε αγορές από τη χώρα μας, αφού πρώτη προτεραιότητά τους είναι να βρουν τις πρωτεΐνες που λείπουν από τη δική τους σοδειά.
Δύο καράβια από την αρχή της σεζόν
Κάπως έτσι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε ουσιαστικά σε στάση εμπορίου ή «στο απόλυτο βραχυκύκλωμα», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά έμπειρο στέλεχος της αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις αρχές της εμπορικής σεζόν έχουν εκτελεσθεί από τη χώρα μας μόλις δύο καράβια σε τιμές 240-243 ευρώ/τόνο FOB (πριν ακόμα αποκρυσταλλωθεί η εικόνα για το σύνολο της σοδειάς), όταν πέρυσι τέτοια εποχή είχαν εξαχθεί ήδη περίπου 130.000 τόνοι.
Οι δε τιμές που ακούγονται για τους παραγωγούς, όπως προαναφέρθηκε, υπολείπονται των 20 λεπτών/κιλό, χωρίς πάντως να έχει κλειδώσει ακόμα κάτι, αφού ούτως ή άλλως η στάση εμπορίου μεταφράζεται και σε στάση πληρωμών.
Σε μια προσπάθεια πάντως να παρέμβει -στο μέτρο των δυνατοτήτων της- στην αγορά η ΕΑΣ Βόλου ανακοίνωσε στις αρχές του μήνα προκαταβολή 20 λεπτών/κιλό για τους παραγωγούς που παρέδωσαν στα σιλό της. Τέλος, η ΕΑΣ Ορεστιάδας θέτει προς πώληση 17.000 τόνους, με την προθεσμία παράδοσης σφραγισμένων προσφορών από τους ενδιαφερομένους να εκπνέει σήμερα, Πέμπτη 16 Ιουλίου.
