ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
H μείωση της παραγωγής και τα αυξημένα κόστη έρχονται να «δέσουν» με τα υπόλοιπα χρόνια προβλήματα, όπως επισημαίνουν Θεσσαλοί παραγωγοί στον «Ε.Α.».
«Το ελληνικό προϊόν δεν μπορεί να συγκριθεί με το εισαγόμενο ή τα σιρόπια» λέει ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Μαγνησίας Βασίλης Ντούρας.
Σήμα κινδύνου εκπέμπουν οι Θεσσαλοί μελισσοκόμοι, καθώς βλέπουν την κατάσταση που καλούνται να αντιμετωπίσουν να γίνεται ολοένα πιο δύσκολη, ενώ η παραγωγή συνεχίζει να μειώνεται κάθε χρονιά. Από την άλλη, βλέπουν το κόστος να έχει εκτιναχθεί στα ύψη και αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και βασικές εργασίες που απαιτούνται για τα μελίσσια τους σε πολλές περιπτώσεις.
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΡΙΜΜΗ
trimmis.chrys@gmail.com
«Καθόλου καλή δεν είναι ούτε η φετινή χρονιά για τους μελισσοκόμους, και ενώ ερχόμαστε έπειτα από δύο πολύ δύσκολες χρονιές, οι οποίες ήταν πολύ κακές λόγω των καιρικών μεταβολών. Η φετινή χρονιά, όπου βλέπετε όλη αυτή την ανισορροπία του καιρού, δεν έχει αφήσει τα μελίσσια να αναπτυχθούν. Δεν βρίσκουν τροφή και πρέπει ο μελισσοκόμος συνεχώς να ξοδεύει για να τα στηρίξει, ώστε να αναπτυχθούν περαιτέρω, με την ελπίδα ότι κάπου θα βρεθεί μέλι και θα είναι σε φάση να το συλλέξουν» σημειώνει ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Μαγνησίας και πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδας Βασίλης Ντούρας.
Ελληνοποιήσεις του μελιού
Τα ζητήματα που θέτει ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Μαγνησίας για το παρόν και το μέλλον του κλάδου είναι αρκετά. Οπως επισημαίνει, ένα από τα βασικότερα είναι οι ελληνοποιήσεις του μελιού, οι οποίες όμως, όπως τονίζει, δεν συνδέονται με την ύπαρξη ή μη εγχώριας παραγωγής, την οποία όμως επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό. «Οι ελληνοποιήσεις είναι ανεξάρτητες από το αν έχουμε παραγωγή ή όχι. Δυστυχώς, το κράτος δεν θέλησε ποτέ να βάλει κανόνες, οι οποίοι θα μπορούσαν να επιβάλουν το ελληνικό μέλι να πωλείται ως ελληνικό και το εισαγόμενο ως εισαγόμενο» αναφέρει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας: «Οι επιτήδειοι δεν χρειάζονται να μην έχουμε παραγωγή για να κάνουν την απάτη τους και να κερδίσουν χρήματα σε βάρος του ελληνικού μελιού».
Συγχρόνως, ο κ. Ντούρας στέκεται στην ανάγκη ενημέρωσης του καταναλωτή, σημειώνοντας ότι το ελληνικό μέλι δεν μπορεί να συγκριθεί με τα εισαγόμενα προϊόντα ή τα σιρόπια. «Οταν βλέπουν μια τιμή στο ράφι κάτω από 10 ευρώ, να προβληματίζονται, γιατί αυτό σίγουρα δεν είναι ελληνικό και πιθανώς δεν είναι καν μέλι, άσχετα από το αν παρουσιάζεται ακόμη και από τα σούπερ μάρκετ ως μέλι» επισημαίνει.
«Προσπαθούμε να τα συντηρήσουμε»
Σε ανάλογο μήκος κύματος κινείται και ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Λάρισας Κώστας Καλαπούτης, που στέκεται σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση του κόστους παραγωγής και στον δικό του κλάδο, ενώ κάνει λόγο για απουσία ενδιαφέροντος και στήριξης από την Πολιτεία.
«Προσπαθούμε να συντηρήσουμε τα μελίσσια μας. Πέρα από την Πολιτεία, με την οποία έχουμε προβλήματα, καθώς μας αγνοεί, τον τελευταίο χρόνο, με όλα αυτά τα γεγονότα που συνέβησαν, τα κόστη δεν διπλασιάστηκαν, αλλά πολλαπλασιάστηκαν. Με όλα όσα γίνονται στη φύση και με τη συνεχή αύξηση των εξόδων, τα μελίσσια θέλουν συντήρηση για να διατηρηθούν, όχι να βγάλουν μέλι, λόγω των καιρικών συνθηκών. Και εύχομαι να μην έχουμε τα χειρότερα» σημειώνει ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Λάρισας.
«Αποκλειστήκαμε από τα βιολογικά»
Στο κόστος παραγωγής και στην υπέρογκη αύξησή του στέκεται και ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Φαρσάλων Βασίλης Τύμπας, τονίζοντας ότι η μελισσοκομία αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, τα οποία όχι μόνο παραμένουν, αλλά γίνονται όλο και περισσότερα και πιο έντονα.
«Αρχικά, υπάρχει το κόστος παραγωγής, το οποίο έχει αυξηθεί πάρα πολύ και κάθε χρόνο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Παράλληλα, ενώ είμαστε ενταγμένοι στα προγράμματα βιολογικής μελισσοκομίας και έχουν γίνει επενδύσεις πάνω στη βιολογική παραγωγή, με μονομερείς ενέργειες μας έχουν αποκλείσει από τα βιολογικά προγράμματα» σημειώνει, για να τονίσει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί σαφής εξήγηση στους μελισσοκόμους για τον λόγο αυτού του αποκλεισμού, παρότι το σχετικό κονδύλι υπάρχει και πρόκειται για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Σύμφωνα με τον κ. Τύμπα, πέρα από το αυξημένο κόστος παραγωγής και το ζήτημα των βιολογικών προγραμμάτων, πρέπει να βρεθούν λύσεις ώστε οι έλεγχοι να γίνονται με τρόπο που να εξυπηρετεί τόσο το κράτος όσο και τους μελισσοκόμους. «Οι γνήσιοι μελισσοκόμοι βρίσκονται σήμερα σε ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική κατάσταση. Για εμάς, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν λαμβάνουμε τα απαραίτητα κονδύλια, ώστε να επιβιώσουμε και να στηρίξουμε τις οικογένειές μας» καταλήγει.
«Αδύνατον το μέλι να πωλείται κάτω από 10 ευρώ το κιλό»
Ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Λάρισας χτυπά κι αυτός το… καμπανάκι στους καταναλωτές, καθώς με το κόστος παραγωγής να έχει αυξηθεί και την παραγωγή γενικά να βαίνει μειούμενη κάθε χρονιά θεωρεί αδιανόητο να μπαίνει κάποιος στη διαδικασία να αγοράζει μέλι με 6-7 ευρώ το κιλό, ορίζοντας την τιμή του τουλάχιστον στα 10 ευρώ.
«Ποτέ δεν αγοράζουμε από γυρολόγο»
«Μέχρι πέρυσι λέγαμε ότι είναι αδύνατον ένα κιλό μέλι να πωλείται στην αγορά 5, 6 ή 7 ευρώ, όταν το κόστος παραγωγής ενός κιλού μελιού, για να μπει στο δοχείο και όχι στο βάζο με ετικέτα, είναι τουλάχιστον 4,5 ευρώ, για να μην πω 5 ευρώ. Οπότε είναι αδύνατον να υπάρχουν αυτές οι τιμές στην αγορά» σημειώνει ο κ. Καλαπούτης.
Τι θα έλεγε ο ίδιος στους καταναλωτές; «Θα τους πω να προσέξουν, γιατί με όλα αυτά που γίνονται μπορεί να δώσουν χρήματα και να μην πάρουν μέλι. Πρώτον, δεν παίρνουμε ποτέ μέλι από γυρολόγο. Ο,τι και να δηλώσει για την ταυτότητά του, ότι είναι μελισσοκόμος και δεν μπορεί να πουλήσει το μέλι του ή οτιδήποτε άλλο, όλα αυτά είναι δεδομένο ότι αποτελούν απάτη με ψεύτικο μέλι. Επίσης, να προσέχουν να μην αγοράζουν ποτέ μέλι σε τιμή κάτω από 10 ευρώ. Δεν υπάρχει πραγματικό μέλι κάτω από 10 ευρώ. Οταν το κόστος παραγωγής, με τα σημερινά δεδομένα, έχει περάσει τα 6 ευρώ και ενδεχομένως να ανέβει ακόμη περισσότερο, ο καταναλωτής πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στις επιλογές του» υπογραμμίζει χαρακτηριστικά.
«Μεγάλο πρόβλημα η κλιματική αστάθεια»
Ο κ. Καλαπούτης επισημαίνει κι αυτός ότι η μέλισσα συμβάλλει καθοριστικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και της αγροτικής παραγωγής, ενώ η ίδια η λειτουργία της κοινωνίας της αποτελεί πρότυπο συλλογικότητας. Ωστόσο, υπογραμμίζει εμφατικά ότι οι δύσκολες καιρικές συνθήκες και η κλιματική αστάθεια δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην επιβίωση των μελισσών και την παραγωγική διαδικασία. «Η μέλισσα έχει μπερδευτεί. Δεν ξέρει αν είναι χειμώνας, άνοιξη, φθινόπωρο ή καλοκαίρι» αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια απορρυθμισμένη φυσική ισορροπία που επιβαρύνει και τον μελισσοκομικό κλάδο, σε συνδυασμό με την οικονομική πίεση.
Σταδιακή εγκατάλειψη του επαγγέλματος τα τελευταία χρόνια
Την ίδια στιγμή, και ενώ πριν από μία δεκαετία ο αριθμός των μελισσοκόμων παρουσίαζε σημαντική αυξητική τάση, φαίνεται ότι πλέον η κατάσταση αντιστρέφεται αρνητικά.
Οπως επισημαίνει ο κ. Ντούρας, παρατηρείται σταδιακή εγκατάλειψη του επαγγέλματος. Τα προηγούμενα χρόνια υπήρχε αυξημένο ενδιαφέρον ένταξης νέων μελισσοκόμων, τάση που ξεκίνησε μετά την οικονομική κρίση του 2008-2009, με αρκετούς να ελπίζουν ότι η παραγωγή μελιού και όλων των προϊόντων που δίνει στον άνθρωπο η μέλισσα θα ήταν τουλάχιστον ένα καλό συμπλήρωμα στο ατομικό και το οικογενειακό εισόδημα.
Ομως, πλέον, όπως υπογραμμίζει ο κ. Ντούρας, «λόγω της απελπιστικής κατάστασης και επειδή δεν μπορούμε να καταφέρουμε να κάνουμε παραγωγή, έχει αρχίσει η αποχώρηση νέων ανθρώπων, αλλά δυστυχώς και ανθρώπων που έχουν πολλά χρόνια στον χώρο». Η εξέλιξη αυτή, όπως τονίζει, δεν επηρεάζει μόνο το εισόδημα των παραγωγών, αλλά και το ευρύτερο οικοσύστημα. Η μέλισσα, μέσω της επικονίασης, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αγροτική παραγωγή και τη βιοποικιλότητα. «Αυτό δεν είναι καλό όχι μόνο γιατί κάποιοι άνθρωποι χάνουν αυτό το εισόδημα, αλλά και γιατί η εκτρεφόμενη μέλισσα, μέσω της επικονίασης, είναι απαραίτητη» υπογραμμίζει.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η συμβολή της μέλισσας στην επικονίαση έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, λόγω της μείωσης των άγριων επικονιαστών. Οπως αναφέρει, μέχρι τις αρχές του 2000 οι άγριοι επικονιαστές κάλυπταν περίπου το 40% της διαδικασίας, ενώ σήμερα το ποσοστό έχει μειωθεί στο 10%-20%, με τη μέλισσα να καλύπτει πλέον το 80%-90%. «Αρα, εκεί θα αντιμετωπίσουμε πρόβλημα. Και καθένας που έχει 5 ή 10 μελισσάκια, είτε το κατανοούμε είτε όχι, προσφέρει στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την αγροτική παραγωγή» καταλήγει.
Οι ποσότητες του ελληνικού
Η ετήσια παραγωγή μελιού στην Ελλάδα εκτιμάται περίπου στους 15.000 έως 20.000 τόνους για το 2025, με διακυμάνσεις ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και τις ανθοφορίες.
Οι κυψέλες «αγγίζουν» τα 2,2 εκατ.
Στην Ελλάδα καταγράφονται περίπου 20.000 μελισσοκόμοι, ενώ ο συνολικός αριθμός κυψελών ξεπερνά τα 2,1 έως 2,2 εκατομμύρια, γεγονός που καθιστά την Ελλάδα ισχυρή δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
«Απουσιάζει το σταθερό πλαίσιο»
Σύμφωνα με τον κ. Ντούρα, οι μελισσοκόμοι δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα από τον Daniel, επισημαίνοντας ότι είναι πρόβλημα η απουσία σταθερού πλαισίου για τη συνέχιση της παραγωγικής δραστηριότητας.
