ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Για τις επικείμενες αλλαγές στον τομέα της βιολογικής γεωργίας συζητήσαμε με τον Δημήτρη Δημητριάδη, γενικό διευθυντή της ΔΗΩ (Οργανισμός Ελέγχου & Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων), η οποία έχει 30 χρόνια συνεχούς παρουσίας στην ελληνική αγορά και είναι από τους παλαιότερους οργανισμούς πιστοποίησης βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα.
Υπήρξε κάποια περίοδος που οι φορείς πιστοποίησης πολλαπλασιάστηκαν. Θεωρείτε ότι αυτό δημιούργησε προβλήματα; Θα μπορούσατε να έχετε αυτορρυθμίσει καλύτερα την κατάσταση ή ήταν αποκλειστικά δουλειά του κράτους;
Στο ξεκίνημά της, η βιολογική γεωργία είχε καθαρά ιδεολογικά χαρακτηριστικά, ταυτόχρονα όμως συνοδευόταν από την αμφισβήτηση του επιστημονικού κατεστημένου και την καχυποψία των καταναλωτών. Ως οργανισμός, αφιερώσαμε ένα μεγάλο μέρος του έργου μας στο να επιμορφώσουμε τους αγρότες, τους καταναλωτές, αλλά και το ίδιο το υπουργείο. Όσο δεν υπήρχαν επιδοτήσεις και ο κόσμος ήταν προσηλωμένος αποκλειστικά στην παραγωγή και την εμπορία, δεν υπήρχε ούτε η ανάγκη ούτε η αγορά για να αναπτυχθούν πολλοί φορείς πιστοποίησης.
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗ
[email protected]
Έτσι, μέχρι το 2013 υπήρχαν μεν αρκετοί φορείς, αλλά ουσιαστικά μόνο λίγοι είχαν πανελλαδική παρουσία. Στην πορεία, όμως, η αγορά μεγάλωσε ραγδαία και πολλοί από τους νέους φορείς που εισήλθαν στον χώρο είδαν την πιστοποίηση περισσότερο ως μια ελκυστική επιχειρηματική ευκαιρία, παρά ως ευθύνη απέναντι στον παραγωγό και τον καταναλωτή. Αυτή η απότομη αύξηση αναπόφευκτα δημιούργησε στρεβλώσεις, με τους νεοσύστατους οργανισμούς να εστιάζουν συχνά στην αλόγιστη αύξηση του πελατολογίου τους εις βάρος της ποιότητας. Αντίθετα, ιστορικοί και ήδη εδραιωμένοι φορείς, όπως η ΔΗΩ, διατήρησαν αναλλοίωτο τον χαρακτήρα και τις αξίες τους. Οταν, όμως, μια αγορά αναπτύσσεται χωρίς έλεγχο, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να κυριαρχήσει το κέρδος έναντι της ουσίας της αξιοπιστίας.
Αυτορρύθμιση ή κρατική παρέμβαση;
Σχετικά με το αν η κατάσταση ήταν ζήτημα αυτορρύθμισης ή κρατικής παρέμβασης, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Η αυτορρύθμιση του κλάδου μας θα μπορούσε σίγουρα να είχε λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά, εφόσον υπήρχε μια πιο οργανωμένη, συλλογική και αυστηρή στάση από την πλευρά των σοβαρών φορέων. Από την άλλη πλευρά, όμως, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι φορείς λειτουργούν ως υπεργολάβοι του ΥΠΑΑΤ, και είναι στο χέρι του υπουργείου να συμβάλει στη σωστή λειτουργία τους. Ενα βασικό σημείο που επανειλημμένα έχουμε θέσει είναι η ανάγκη για μια τιμολογιακή πολιτική (που να ανταποκρίνεται στο πραγματικό κόστος του ελέγχου), η οποία θα έφερνε από μόνη της την εξισορρόπηση στην αγορά και θα ανάγκαζε τους φορείς να διενεργούν πιο ουσιαστικούς ελέγχους. Επιπλέον, η υποστελέχωση τόσο της Διεύθυνσης Βιολογικής Γεωργίας όσο και του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ αποτελεί τροχοπέδη για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς. Καθώς η πιστοποίηση συνδέεται άμεσα με το δημόσιο συμφέρον, την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και τις εθνικές ή ευρωπαϊκές μας υποχρεώσεις, η ύπαρξη ενός ισχυρού θεσμικού πλαισίου και ενός ουσιαστικού κρατικού ελέγχου κρίνεται απολύτως απαραίτητη.
Δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε
Τι γίνεται τώρα; Πώς μπορεί να αποδείξει κάποιος ότι δεν είναι ελέφαντας;
Σήμερα, το μεγάλο ζητούμενο στην αγορά είναι η αποκατάσταση και η περαιτέρω ενίσχυση της εμπιστοσύνης. Στο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί, ένας σοβαρός φορέας πιστοποίησης δεν μπορεί να επαναπαύεται απλώς σε έναν τίτλο ή σε μια τυπική διαπίστευση, αλλά οφείλει να αποδεικνύει καθημερινά την αξιοπιστία του μέσα από την ίδια του τη λειτουργία. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε πλήρη διαφάνεια σε όλα τα στάδια των διαδικασιών, σε τεκμηριωμένους και εξονυχιστικούς ελέγχους, στην πραγματική ανεξαρτησία των επιθεωρητών, στην αυστηρή ιχνηλασιμότητα των αποφάσεων και σε ουσιαστική λογοδοσία.
Παράλληλα, αποτελεί απαράβατη ανάγκη οι επιχειρήσεις και οι πολίτες να έχουν εύκολη και άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με το ποιος πιστοποιεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τόσο ο αγρότης όσο και ο καταναλωτής οφείλουν πλέον να λειτουργούν ως συνειδητοποιημένοι κριτές, επιλέγοντας και εμπιστευόμενοι τους φορείς αποκλειστικά με βάση τη σοβαρότητα, το ιστορικό και την αποδεδειγμένη αξιοπιστία τους.
Ουσιαστικές και διαφανείς διαδικασίες
Σκέφτεστε να προτείνετε κάποιες αλλαγές όσον αφορά τις διαδικασίες πιστοποίησης;
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ξεκάθαρα ότι οι διαδικασίες πιστοποίησης πρέπει να γίνουν πιο ουσιαστικές, διαφανείς και προσανατολισμένες στην πραγματική συμμόρφωση των παραγωγών, ξεφεύγοντας από την απλή, τυπική ή γραφειοκρατική κάλυψη των απαιτήσεων.
Προς αυτή την κατεύθυνση, βλέπουμε πολύ θετικά τη μεγαλύτερη αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και διαλειτουργικών μητρώων, τα οποία περιορίζουν το ανθρώπινο λάθος και αποκλείουν τις δόλιες παρεμβάσεις. Το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι η προσθήκη νέων γραφειοκρατικών βαρών στις επιχειρήσεις, αλλά η θωράκιση της αξιοπιστίας του συστήματος συνολικά.
Ωστόσο, η εμπειρία έχει δείξει ότι η Πολιτεία νομοθετεί συχνά ερημήν των ενδιαφερομένων, επιδεικνύοντας μια έντονη τάση προς τη γραφειοκρατία. Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι εν έτει 2026 το υπουργείο επιχειρεί να διαμορφώσει το νέο πλαίσιο χωρίς τη συμμετοχή των φορέων, τη στιγμή που βρίσκεται ακόμα σε ισχύ η ΥΑ αριθμ. 2543/103240/03.10.2017, η οποία βασίζεται στον παλαιό Κανονισμό (ΕΚ) 834/2007 που έχει καταργηθεί. Οταν η υπόλοιπη Ευρώπη εφαρμόζει ήδη τον νέο Κανονισμό (ΕΕ) 2018/848, η εμμονή σε απαρχαιωμένες πρακτικές και ξεπερασμένες νοοτροπίες στερεί από τον κλάδο τη δυναμική που δικαιούται. Για να υπάρξει ένα πραγματικά βιώσιμο, ενιαίο και διάφανο πλαίσιο, είναι αυτονόητο ότι πρέπει επιτέλους να εισακουστούν οι προτάσεις των φορέων, των αγροτών και των επιχειρηματιών του χώρου.


