ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ

ΠΟΓΕΔΥ κατά κυβέρνησης για τα Βιολογικά: Τελικά ποιος χαράσσει πολιτική, το ΥΠΑΑΤ ή οι ανάδοχοι;

Μέγεθος κειμένου

Ανακοίνωση σε πολύ υψηλούς τόνους εξέδωσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Γεωτεχνικών Δημόσιων Υπαλλήλων (ΠΟΓΕΔΥ) ενάντια στην κυβέρνηση για τις αναθέσεις σε φορείς για τη σύνταξη μελέτης βέλτιστων πρακτικών και για τη νομική – νομοτεχνική υποστήριξη της αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου της βιολογικής παραγωγής.

Αναλυτικά η ανακοίνωση:

«Η δημοσιοποίηση δύο νέων απευθείας αναθέσεων της Διεύθυνσης Συστημάτων Ποιότητας και Βιολογικής Γεωργίας του ΥΠΑΑΤ, για τη σύνταξη μελέτης βέλτιστων πρακτικών και για τη νομική – νομοτεχνική υποστήριξη της αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου της βιολογικής παραγωγής, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η πολιτική ηγεσία τον ρόλο της, αλλά και των δημόσιων υπηρεσιών.

Οι αναθέσεις είναι νόμιμες, αλλά όμως δεν είναι αυτό το ζητούμενο.

Το ερώτημα είναι γιατί το ΥΠΑΑΤ αναζητά σε ιδιώτες απαντήσεις για ζητήματα που αποτελούν τον πυρήνα των αρμοδιοτήτων του και για τα οποία διαθέτει εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, συσσωρευμένη εμπειρία και πλήθος διαθέσιμων στοιχείων.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό όταν οι συγκεκριμένες αναθέσεις αφορούν τη Διεύθυνση που χειρίστηκε τις παρεμβάσεις της Βιολογικής Κτηνοτροφίας και της Βιολογικής Μελισσοκομίας, έναν τομέα όπου τα τελευταία χρόνια καταγράφηκαν σοβαρές αστοχίες, συνεχείς αλλαγές σχεδιασμού και αποφάσεις που οδήγησαν ακόμη και στην εγκατάλειψη δράσεων που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, όπως οι παρεμβάσεις Π3-70-2.1 και Π3-70-1.6.

Αν μετά από όλα αυτά απαιτούνται εξωτερικοί ανάδοχοι για να υποδείξουν τις «βέλτιστες πρακτικές» και να προτείνουν τη νέα κατεύθυνση της πολιτικής για τη βιολογική παραγωγή, τότε εύλογα γεννάται το ερώτημα: ποιος σχεδιάζει τελικά την αγροτική πολιτική της χώρας και ποιος λογοδοτεί για τα αποτελέσματά της;

Εξίσου εύλογα είναι και τα ερωτήματα που αφορούν την επιλογή των αναδόχων.

Εφόσον η διοίκηση έκρινε ότι χρειαζόταν εξωτερική επιστημονική και θεσμική υποστήριξη, γιατί δεν απευθύνθηκε καταρχάς στο Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, που αποτελεί τον θεσμοθετημένο σύμβουλο της Πολιτείας για θέματα πρωτογενούς παραγωγής;

Γιατί δεν αναζητήθηκε η συνδρομή κορυφαίων δημόσιων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, όπως το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (άμεσα και όχι στο υβριδικό σχήμα με ιδιωτικές εταιρείες) ή στη Σχολή Γεωπονίας, Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τα οποία διαθέτουν αναγνωρισμένο επιστημονικό έργο και πολύχρονη εμπειρία στα ζητήματα της βιολογικής παραγωγής;

Η ΠΟΓΕΔΥ δεν αμφισβητεί την επιστημονική επάρκεια κανενός. Θεωρεί όμως ότι όταν διατίθενται δημόσιοι πόροι για τη διαμόρφωση δημόσιας πολιτικής, η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει με ποια κριτήρια επιλέγονται οι φορείς που καλούνται να την υποδείξουν.

Η διαμόρφωση αγροτικής πολιτικής δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αντικείμενο εργολαβίας. Οι πολίτες ψηφίζουν πολιτικούς και κυβέρνηση και η χώρα διαθέτει δημόσιες υπηρεσίες, επιστήμονες, θεσμούς και πανεπιστήμια που υπάρχουν ακριβώς για να στηρίζουν την Πολιτεία στη λήψη αποφάσεων.

Η απάντηση στις αδυναμίες του διοικητικού συστήματος δεν μπορεί να είναι η περαιτέρω υποκατάστασή του.

Η απάντηση είναι η ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών, η αξιοποίηση του επιστημονικού προσωπικού τους, η ουσιαστική λογοδοσία για τα λάθη που έγιναν και η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης που αναλογεί σε κάθε επίπεδο διοίκησης.

Η χάραξη της αγροτικής πολιτικής αποτελεί ευθύνη της Πολιτείας.

Η τεκμηρίωσή της αποτελεί ευθύνη των δημόσιων υπηρεσιών.

Και η λογοδοσία για τα αποτελέσματά της δεν μπορεί να ανατίθεται σε κανέναν εξωτερικό ανάδοχο.

Η ΠΟΓΕΔΥ θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τον δημόσιο χαρακτήρα της αγροτικής διοίκησης, την αξιοποίηση της γνώσης των γεωτεχνικών και τη διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.

Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται.

Το ζήτημα είναι ποιος αποφασίζει, ποιος εισηγείται και τελικά ποιος χαράσσει την αγροτική πολιτική της χώρας».