Η κυβέρνηση και όλα τα πολιτικά κόμματα συμφωνούν ότι θα πρέπει να ανανεωθεί ο αγροτικός πληθυσμός, με την Ε.Ε. να προωθεί για τον σκοπό αυτό ειδικά προγράμματα. Μέχρι εδώ όλα καλά. Τις καλές προθέσεις, όμως, έρχεται να υπονομεύσει η πραγματικότητα.
Οι νέοι, ηλικίας από 18 έως 40 χρόνων, αν και έχουν ενταχθεί σε προγράμματα εγκατάστασης της σχετικής Πρόσκλησης του 2021, δεν έχουν λάβει ακόμη τη δεύτερη δόση, την ώρα που δραστηριοποιούνται κανονικά στον πρωτογενή τομέα.
Εκτός αυτών, υπάρχουν και οι περίπου 7.000 νέοι οι οποίοι εντάχθηκαν οριστικά τον Μάρτιο του 2025 σε μία νέα παρέμβαση (Π3-75.1 «Εγκατάσταση Γεωργών Νεαρής Ηλικίας»), αλλά έκτοτε δεν έχουν λάβει καμία ενημέρωση για την έναρξη του προγράμματος.
Μειώθηκε το ποσό
Το χειρότερο εδώ είναι ότι η καθυστέρηση έχει να κάνει με ένα πρόγραμμα στο οποίο οι νέοι γύρισαν την πλάτη. Αν και αρχικά είχαν προβλεφθεί 410 εκατ. ευρώ, τελικά το ποσό αυτό περιορίστηκε στα 241.289.000 ευρώ, αφού οι νέοι αγρότες δεν έδειξαν ιδιαίτερα πρόθυμοι, με την τελική ζήτηση να καλύπτει μόλις το 59% της διαθέσιμης χρηματοδότησης.
Επί της ουσίας, παρά τις προθέσεις, οι νέοι γύρισαν την πλάτη στην πρωτογενή παραγωγή. Ανεξάρτητα από τον αριθμό των ενδιαφερομένων, το ΥΠΑΑΤ δεσμεύτηκε πως η αξιολόγηση και οι πληρωμές θα ολοκληρωθούν μέσα στο 2025.
Στο όνομα αυτών των δεσμεύσεων, πολλοί νέοι προχώρησαν σε αγορές και ενοικιάσεις χωραφιών, αλλά και εξοπλισμού, με αποτέλεσμα σήμερα να είναι δέσμιοι των επιλογών τους.
Καθυστερεί η λύση
Η λύση του προβλήματος, όπως όλα δείχνουν, θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο και ο λόγος είναι ότι υπάρχει αδυναμία διασύνδεσης των πληροφοριακών συστημάτων του ΟΠΕΚΕΠΕ, της ΑΑΔΕ και του ΟΣΔΕ.
Φταίνε οι νέοι που επέλεξαν να ασχοληθούν με τον πρωτογενή τομέα, με την ενθάρρυνση της Κομισιόν και της κυβέρνησης; Οχι. Απλώς φταίει η προχειρότητα με την οποία οι υπεύθυνοι αντιμετωπίζουν τον πρωτογενή τομέα και ειδικά τους νέους.
Οι αγρότες ηλικίας από 18 έως 40 χρόνων, αν και έχουν ενταχθεί σε προγράμματα εγκατάστασης της σχετικής Πρόσκλησης του 2021, δεν έχουν λάβει ακόμη τη δεύτερη δόση, την ώρα που δραστηριοποιούνται κανονικά στον πρωτογενή τομέα.
Καμία ενημέρωση, καμία δέσμευση, καμία αγωνία για την τύχη αυτών των παιδιών που αποφάσισαν να στραφούν στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Από τη στιγμή που τα ποσά των ενισχύσεων έχουν εξασφαλιστεί, όλα τα άλλα είναι δείγμα αδιαφορίας και γραφειοκρατικών εμποδίων, τα οποία ουδείς φρόντισε να ξεπεραστούν.
Και φτάνουμε ακόμη μία φορά στο ελληνικότατο «ό,τι έγινε, έγινε, πάμε παρακάτω». Μόνο που το παρακάτω έχει κουρασμένους νέους και απογοητευμένους, οι οποίοι είναι ακόμη μία φορά στα πρόθυρα να εγκαταλείψουν για δεύτερη φορά την επαρχία.
Και το ερώτημα παραμένει: Θέλουμε τους νέους να επενδύσουν στον πρωτογενή τομέα; Θέλουμε να δώσουμε ζωή στην ύπαιθρο; Να εξασφαλιστεί η διατροφική αυτάρκεια;
Η απάντηση λογικά είναι ναι. Πώς όμως θα φτάσουμε σε αυτά; Με καθυστερήσεις στην καταβολή των ενισχύσεων; Με ανύπαρκτη διασύνδεση των φορέων που έχουν την ευθύνη για τις αξιολογήσεις και την καταβολή των ενισχύσεων; Με τη γραφειοκρατία να ισοπεδώνει τα πάντα;
Το τελικό συμπέρασμα είναι απλό: Αν όντως θέλουμε έναν νέο πρωτογενή τομέα, θα πρέπει οι υπεύθυνοι να κατανοήσουν πως χρειάζεται να αλλάξουν. Να μάθουν τι ακριβώς είναι ο πρωτογενής τομέας και να μην κρύβονται πίσω από τις χρόνιες παθογένειες. Γι’ αυτό εκλέγονται, για να αντιμετωπίζουν και να λύνουν προβλήματα, και όχι να τα επικαλούνται ως άλλοθι για τη δική τους αδράνεια…


