ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Οι ΗΠΑ είναι ο τρίτος μεγαλύτερος αγροτικός παραγωγός παγκοσμίως και ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής αφορά δύο εμπορικές καλλιέργειες, το καλαμπόκι και τη σόγια.
Αυτά κατευθύνονται κυρίως σε καύσιμα, ζωοτροφές για βοοειδή και εξαγωγές προς άλλες χώρες. Ενώ η εγχώρια παραγωγή δημητριακών αυξάνεται εδώ και δεκαετίες, η παραγωγή φρούτων και λαχανικών μειώνεται. Οι Αμερικανοί εισάγουν το 59% των φρέσκων φρούτων και το 35% των λαχανικών τους. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αυτό είναι απλώς αποτέλεσμα της λειτουργίας της παγκόσμιας ελεύθερης αγοράς. Ωστόσο, το γεγονός είναι ότι οι «αρνητικές εξωτερικότητες» (όπως θα έλεγαν οι οικονομολόγοι) ενός συστήματος που δεν είναι πλέον σχεδιασμένο για να εξυπηρετεί εθνικές ή διεθνείς ανάγκες έχουν γίνει υπερβολικά δαπανηρές ώστε να αγνοηθούν. «Τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούμε την επιτυχία είναι λανθασμένα» σημειώνει ο Andy Green, πρώην ανώτερος σύμβουλος αγροτικής πολιτικής της κυβέρνησης Biden, προσθέτοντας: «Για να δημιουργήσουμε ένα πιο ανθεκτικό σύστημα πρέπει να σκεφτόμαστε περισσότερα από τις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις».
Πιο παραγωγικοί, αλλά…
Παρότι οι Αμερικανοί αγρότες είναι πιο παραγωγικοί από ποτέ (η περσινή φθινοπωρινή συγκομιδή κατέρριψε ρεκόρ), τα κέρδη τους μειώνονται σημαντικά λόγω υπερπροσφοράς και αυξημένου κόστους. Οι αγροτικές χρεοκοπίες αυξήθηκαν κατά 46% μεταξύ 2024 και 2025, φθάνοντας σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την εποχή του «Farm Aid», τη δεκαετία του 1980. Στα τέλη του περασμένου έτους η κυβέρνηση Trump ανακοίνωσε πρόγραμμα διάσωσης ύψους 12 δισ. δολαρίων για τους Αμερικανούς αγρότες (μετά τα 30 δισ. της πρώτης κυβέρνησής του), οι οποίοι επλήγησαν από εμπορικούς πολέμους, κλιματικές καταστροφές και πιο πρόσφατα από την άνοδο των τιμών λιπασμάτων και άλλων εισροών, οι οποίες είχαν ήδη αυξηθεί σημαντικά μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και επιβαρύνθηκαν ακόμη περισσότερο από τον πόλεμο με το Ιράν.
Ευπάθειες στο κόστος εισροών
Υπάρχουν σημαντικές ευπάθειες στο κόστος εισροών όπως η ενέργεια και τα λιπάσματα, όταν καλλιεργούνται μονοκαλλιέργειες στο ίδιο έδαφος κάθε χρόνο. Αυτή η βιομηχανική μορφή γεωργίας εξαντλεί τα θρεπτικά στοιχεία του εδάφους, απαιτώντας ολοένα περισσότερα χημικά για τη διατήρηση των ίδιων αποδόσεων. Παράλληλα αυξάνονται και οι ανησυχίες σχετικά με την τοξικότητα αυτών των πρακτικών. Πολλοί αγρότες θα επιθυμούσαν να καλλιεργούν πιο διαφοροποιημένες καλλιέργειες. Ωστόσο, οι επιδοτήσεις ασφαλίστρων αυξάνονται ανάλογα με την ασφαλισμένη έκταση, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις κρατικές ενισχύσεις. Επιπλέον, η υψηλή συγκέντρωση στο λιανεμπόριο, όπου μεγάλες αλυσίδες συνεργάζονται κυρίως με μεγάλους παραγωγούς, αποθαρρύνει μικρότερες, πιο βιώσιμες μορφές γεωργίας. Οι εξαγωγές φθηνών εμπορικών καλλιεργειών συνεπάγονται επίσης οικονομικό κίνδυνο, όπως φάνηκε από τη σημαντική μείωση των εισαγωγών αμερικανικής σόγιας από την Κίνα λόγω εμπορικών συγκρούσεων. Η ιδέα ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να δαπανούν δισεκατομμύρια για να στηρίζουν παραγωγούς που ενθαρρύνονται να καλλιεργούν προϊόντα για έναν βασικό αγοραστή που πλέον μειώνει τη ζήτησή του, μοιάζει παράλογη. Οπως συμβαίνει με πολλά στοιχεία του αμερικανικού συστήματος τροφίμων, πρόκειται για μια κατάσταση που απλώς δεν βγάζει ιδιαίτερο νόημα.
Τα hedge funds αυξάνουν τις τοποθετήσεις τους
Τα hedge funds αυξάνουν σημαντικά τις τοποθετήσεις τους σε αγροτικά εμπορεύματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν προκαλεί έντονη άνοδο στις ενεργειακές αγορές και ενισχύει τους φόβους για παρατεταμένες διαταραχές στον εφοδιασμό καυσίμων μέσω των Στενών του Ορμούζ. Σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Επιτροπής Εμπορικών Συναλλαγών Συμβολαίων Μελλοντικής Εκπλήρωσης (CFTC), τα επενδυτικά κεφάλαια έχουν σχεδόν τριπλασιάσει τις καθαρές ανοδικές θέσεις τους (net long positions) στο σογιέλαιο, το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή βιοντίζελ, από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Στην αγορά καλαμποκιού, βασικής πρώτης ύλης για την παραγωγή αιθανόλης, τα hedge funds έχουν μεταβεί από θέσεις που προέβλεπαν πτώση των τιμών σε θέσεις που αντιστοιχούν στο υψηλότερο επίπεδο θετικών προσδοκιών για το τρέχον έτος. Καθώς οι τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη εκτιναχθεί μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης, πολλοί διαχειριστές κεφαλαίων εκτιμούν ότι οι αγροτικές αγορές αποτελούν την επόμενη κατηγορία περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσε να παρουσιάσει έντονη ανοδική δυναμική, σύμφωνα με διαχειριστές hedge funds και traders.
Επικεφαλής της RCMA Capital: Αστραπιαία εισβολή
«Δεν πιστεύω ότι πρόκειται απλώς για μια σταδιακή μεταστροφή» δήλωσε ο Doug King, επικεφαλής της RCMA Capital, αναφερόμενος στη ραγδαία αλλαγή των τοποθετήσεων των hedge funds στα λεγόμενα «soft commodities» (αγροτικά εμπορεύματα, όπως δημητριακά, έλαια και ζάχαρη). «Πιστεύω ότι πρόκειται για μια αστραπιαία εισβολή». Ο King, του οποίου η εταιρία διαχειρίζεται το The Merchant Commodity Fund, πρόσθεσε ότι τα hedge funds «έχουν εισρεύσει μαζικά» στο σογιέλαιο, προσελκυόμενα από τα εκτινασσόμενα περιθώρια κέρδους στη μεταποίηση και από τις προσδοκίες ότι οι κυβερνήσεις θα επιταχύνουν την εγχώρια παραγωγή βιοκαυσίμων ως απάντηση στο ενεργειακό σοκ. Καθώς ο πόλεμος ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει αυξήσει την τιμή του πετρελαίου από τα 72 δολάρια ανά βαρέλι σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων, αυξάνεται η ζήτηση για καλαμπόκι, ζάχαρη και φυτικά έλαια, καθώς οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες, επεκτείνοντας την εγχώρια παραγωγή βιοκαυσίμων. Την ίδια στιγμή, οι παγκόσμιες προμήθειες λιπασμάτων δέχονται ισχυρές πιέσεις λόγω του σχεδόν πλήρους κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, από όπου πριν από τη σύγκρουση διακινούνταν έως και το ένα τρίτο των παγκόσμιων εξαγωγών αζωτούχων λιπασμάτων. Παράλληλα, η μειωμένη ροή φυσικού αερίου έχει περιορίσει την παραγωγή λιπασμάτων και σε άλλες περιοχές. Οι ελλείψεις καυσίμων αυξάνουν επίσης το κόστος της γεωργικής παραγωγής, καθώς και το κόστος μεταφοράς, επεξεργασίας και παρασκευής τροφίμων.


