ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
«Τι κάνεις, Γιάννη; Κουκιά σπέρνω» είναι μια έκφραση που συναντάμε στη λαϊκή παράδοση, η οποία χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια απλή εργασία, κάτι επαναλαμβανόμενο και συνηθισμένο.
Η φράση αυτή δείχνει πόσο διαδεδομένη ήταν η καλλιέργεια των κουκιών στην ελληνική ύπαιθρο και πόσο στενά συνδεδεμένα ήταν με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Απο τα αρχαία χρόνια
Τα κουκιά αποτελούν ένα από τα αρχαιότερα όσπρια που καλλιέργησε ο άνθρωπος. Η παρουσία τους καταγράφεται ήδη από τη Νεολιθική εποχή, όταν οι πρώτοι οργανωμένοι πολιτισμοί άρχισαν να καλλιεργούν φυτά για τροφή και αποθήκευση. Το κουκί (Vicia faba) υπήρξε σημαντική πηγή πρωτεΐνης για πολλούς λαούς της Μεσογείου και της Ευρώπης, πολύ πριν εμφανιστούν οι σύγχρονες καλλιέργειες και οι νέες διατροφικές συνήθειες. Ελκουν την καταγωγή τους από την Ασία, ενώ στην Κίνα υπάρχει η μεγαλύτερη παραγωγή παγκοσμίως.
Τα χαρακτηριστικά τους
Το φυτό των κουκιών είναι θαμνώδες, με δυνατούς βλαστούς που μπορούν να φτάσουν μέχρι και τα 1,80 μ. σε ύψος. Είναι ποώδη φυτά, με τα άνθη τους να είναι λευκά ή λευκομόβ και φέρουν χαρακτηριστικές μαύρες κηλίδες. Από αυτά αναπτύσσονται οι λοβοί που περιέχουν τους καρπούς, δηλαδή τα κουκιά. Μπορούν να διαχωριστούν ποικιλιακά σε μεγαλόσπερμα κουκιά, σε μεσαίου μεγέθους και σε μικρόσπερμα κουκιά.
Η ιδιαίτερη θέση Ελλάδας και Ρώμης
Στην αρχαία Ελλάδα τα κουκιά είχαν ιδιαίτερη θέση τόσο στη διατροφή όσο και στην κοινωνική ζωή. Οι αρχαίοι Ελληνες τα κατανάλωναν βραστά, ξερά ή πολτοποιημένα, ενώ σε δύσκολες εποχές θεωρούνταν βασική τροφή για τον λαό. Παράλληλα, συνδέθηκαν με θρησκευτικές τελετές και λαϊκές δοξασίες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση τους στις ψηφοφορίες της αρχαίας Αθήνας. Μετά την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, χρησιμοποιούσαν άσπρα και μαύρα κουκιά για την εκλογή αξιωματούχων. Τα άσπρα κουκιά σήμαιναν ψήφο υπέρ, ενώ τα μαύρα ψήφο κατά. Από αυτή την πρακτική προέρχεται και η γνωστή φράση «πόσα κουκιά πήρε;», η οποία χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα για να δηλώσει τον αριθμό των ψήφων που συγκέντρωσε κάποιος.
Στην αρχαία Ρώμη, τα κουκιά αποτελούσαν επίσης βασικό στοιχείο της διατροφής. Οι Ρωμαίοι τα χρησιμοποιούσαν σε σούπες και χυλούς, ενώ οι αγρότες τα εκτιμούσαν επειδή αναπτύσσονταν εύκολα και βελτίωναν τη γονιμότητα του εδάφους. Κατά τον Μεσαίωνα εξελίχθηκαν σε ένα από τα σημαντικότερα τρόφιμα των αγροτικών κοινωνιών της Ευρώπης, πριν από την εξάπλωση άλλων, νεότερων καλλιεργειών.
Καλλιέργεια ανά εποχή
Η καλλιέργεια των κουκιών θεωρείται εύκολη. Στη νότια Ελλάδα σπέρνονται από τον Σεπτέμβριο έως τις αρχές Νοεμβρίου, ενώ στη βόρεια Ελλάδα κυρίως τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο. Ο σπόρος φυτρώνει περίπου σε δέκα ημέρες και χρειάζεται μέτριο πότισμα, όταν η άνοιξη είναι ξερή. Τα κουκιά μπορούν να καταναλωθούν φρέσκα ή ξερά. Οταν οι λοβοί είναι τρυφεροί και φρέσκοι καταναλώνονται άμεσα, ενώ όταν ξεραθούν χρησιμοποιούνται ως όσπρια. Σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης ακόμη και τα νεαρά φύλλα τους χρησιμοποιούνται σε σαλάτες.
Για να αξιοποιήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα τη θρεπτική αξία των κουκιών είναι σημαντικό να τα συνδυάσουμε σωστά με άλλα τρόφιμα. Οταν ενώνουμε φυτικές πρωτεΐνες με τρόφιμα πλούσια σε θειούχα αμινοξέα, αυξάνουμε την πρωτεΐνη που λαμβάνεται στον οργανισμό.
Για τη διατήρηση του σπόρου της επόμενης χρονιάς, οι λοβοί αφήνονται να ξεραθούν πάνω στο φυτό. Στη συνέχεια οι σπόροι καθαρίζονται, στεγνώνουν καλά και αποθηκεύονται σε γυάλινα βάζα σε δροσερό μέρος. Ετσι διατηρούνται οι παραδοσιακές ποικιλίες και συνεχίζεται μια καλλιεργητική παράδοση αιώνων, που αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ελληνικής αγροτικής κληρονομιάς.


